ἀμφιάς

ἀμφιάς (ᾱ), -ου
Grammatical information: m.
Meaning: name of a mediocre Sicilian wine (Com.); cf. Ath. 31e, Suidas
Other forms: Cf. ἀμφής· οἴνου ἄνθος· οἱ δε μελανα οἶνον H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: -ιας is a suffix used in names of wines. See Baunack Philol. 70, 1911, 356 connection with ἀμφί, ?. Fur. 341 connects the gloss, which is quite possible, and also ὄμφαξ `unripe grape' (q.v.), which is possible.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμφίας — ἀμφίᾱς , ἀμφίας masc acc pl ἀμφίᾱς , ἀμφίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀμφίας — Ἀμφίᾱς , Ἀμφίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιᾷς — ἀμφί ἰάζω fut ind act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άμφις ή Αμφίας — (4ος αι. π.Χ.). Κωμικός ποιητής, σύγχρονος του Πλάτωνα. Σώθηκαν 28 τίτλοι κωμωδιών του, που αναφέρονται σε τύπους της εργατικής τάξης, σε εταίρες και μυθολογικά πρόσωπα. Μεταξύ άλλων, έγραψε τη Γυναικοκρατία, την Καλλιστώ, την Οπώρα και τη Σαπφώ …   Dictionary of Greek

  • Ἄμφια — Ἀμφίας masc voc sg Ἀμφίας masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφίου — ἀμφίας masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφία — ἀμφίᾱ , ἀμφίας masc nom/voc/acc dual ἀμφίας masc voc sg ἀμφίᾱ , ἀμφίας masc voc sg (attic) ἀμφίᾱ , ἀμφίας masc gen sg (doric aeolic) ἀμφίας masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀμφία — Ἀμφίᾱ , Ἀμφίας masc voc sg (attic) Ἀμφίᾱ , Ἀμφίας masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφίαν — ἀμφίᾱν , ἀμφίας masc acc sg (attic epic doric aeolic) ἀμφίας masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφίᾳ — ἀμφίαι , ἀμφίας masc nom/voc pl ἀμφίᾱͅ , ἀμφίας masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀμφίαν — Ἀμφίᾱν , Ἀμφίας masc acc sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.